- ἕψεμα/ἕψημα
- -ατος τό N 3 3-3-1-0-2=9 Gn 25,29.30.34; 2 Kgs 4,38.39anything boiled, pottage
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
έψεμα — ἕψεμα, τὸ (ΑΜ) [ἕψω] (μτγν. και μσν. τ. τού ἕψημα*) 1. έψημα, βρασμένο φαγητό 2. πολτός, χυλός μσν. στον πληθ. τὰ ἑψέματα λαχανικά κατάλληλα για μαγείρεμα … Dictionary of Greek